Γελαδάρης (Bubulcus ibis)
Ο Γελαδάρης
περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Λινναίο το 1758 που τον κατέταξε στο γένος Ερωδιός (Ardea), στο οποίο ανήκουν οι μεγαλύτεροι σε μέγεθος
Ευρωπαϊκοί ερωδιοί, με το όνομα Ardea ibis (Ερωδιός η ίβης). Είναι το
πιο διαδεδομένο είδος της οικογένειας αφού μετά από μια πληθυσμιακή έκρηξη κατά
τον 20ο αιώνα ξεκίνησε από την Αφρική και Ασία και εξαπλώθηκε σε όλες τις
υπόλοιπες ηπείρους, εκτός της Ανταρκτικής.
Είναι
ένας ερωδιός μεσαίου μεγέθους με σώμα πιο στιβαρό σε σχέση με τους άλλους
ερωδιούς. Ο λαιμός του είναι πιο χοντρός και έχει μικρότερο μήκος από το
σώμα του, σε αντίθεση με τους περισσότερους ερωδιούς που ο λαιμός τους είναι,
σε μήκος, τουλάχιστον όσο το σώμα τους. Το φτέρωμά του είναι κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του χρόνου λευκό, με το ράμφος κίτρινο και τα μάτια του κιτρινωπά. Κατά τη διάρκεια της
αναπαραγωγικής περιόδου στο κεφάλι εμφανίζεται ένα λοφίο πορτοκαλί-κόκκινου χρώματος.
Η διατροφή του βασίζεται κυρίως στα έντομα. Συλλαμβάνει και τρώει ακρίδες, σκαθάρια και άλλα έντομα Λιγότερο συχνά στα θηράματά του συγκαταλέγονται βατράχια, ερπετά και ψάρια. Οι περιοχές κυνηγιού, είναι ανοιχτές χορτολιβαδικές εκτάσεις και σπάνια κυνηγάει σε υγροβιότοπους.
Με λίγη προσοχή και τύχη θα τον συναντήσουμε στους υγροβιότοπους του Ν. Πιερίας.
Πηγή:
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82