Χλωρίδα της Πιερίας

Ο Όλυμπος, το υψηλότερο βουνό της Ελλάδας (2.917 μ.) είναι μυθικό βουνό, ένα παγκόσμιο μνημείο φυσικής κληρονομιάς και πόλος έλξης αμέτρητων επισκεπτών. Ο Όλυμπος και τα Πιέρια όρη, ως συνέχεια του ορεινού όγκου, παρουσιάζουν τεράστιο βοτανολογικό ενδιαφέρον και η πλούσια χλωρίδα που ξεπερνά τα 1750 είδη φυτών είναι μια τεράστια φυσική κληρονομιά. Η παρατήρηση των λουλουδιών, δίνει μια άλλη διάσταση στις πεζοπορικές διαδρομές και συμπληρώνει την εμπειρία και τις γνώσεις μας στην κατανόηση του κόσμου που μας περιβάλλει.Bird watching είναι το κίνημα που ξύπνησε το ενδιαφέρον για τον κόσμο των πτηνών. Wildflower watching θα μπορούσε να γίνει το αντίστοιχο για την παρατήρηση των αγριολούλουδων και της χλωρίδας γενικότερα. Αφήνοντας τα βήματα μας από το βουνό παίρνουμε μαζί μόνο τις αναμνήσεις, μερικές φωτογραφίες και δίνουμε τη διαβεβαίωση ότι το θαύμα της φύσης θα συνεχίσει να υπάρχει και για τους άλλους για να το απολαύσουν. Όλο το φωτογραφικό υλικό που δημοσιεύεται στο blog είναι από προσωπικές καταγραφές και η παρουσίαση των φυτών συνδιάζεται με την περίοδο ανθοφορίας και καταγραφής σε συγκεκριμένο χρόνο και περιοχή του Ολύμπου. Χρήσιμα είναι τα σχόλιά σας και οι παρατηρήσεις σας για τη βελτίωση και τη διόρθωση ακόμη στοιχείων που δημοσιεύονται.

"Ο ερευνητής πρέπει να ακολουθεί αυτό που ψάχνει, αλλά και να βλέπει αυτό που δεν έψαχνε". Κλοντ Μπερνάρ

Μετάφραση σε άλλη γλώσσα

English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Solanum elaeagnifolium- Σολανό

Solanum elaeagnifolium- Σολανό
Άλλα ονόματα: αγριομελιτζάνα ή γερμανός
Βλαβερό ζιζάνιο που έχει χαρακτηριστεί ως εισβολέας  ανταγωνιστικός εις βάρος της αυτόχθονης χλωρίδας.




Αναδημοσιεύουμε μέρος από την έρευνα που έκανε  το Εργαστήριο Βιογεωγραφίας και Οικολογίας του Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου:
Το είδος Solanum elaeagnifolium (κοινώς αγριομελιτζάνα ή γερμανός) είναι ένα βαθύρριζο ποώδες πολυετές διακλαδιζόμενο φυτό, ύψους 30-120 εκατοστών. Ανήκει στην οικογένεια Solanaceae, η οποία περιλαμβάνει μια πλειάδα φυτικών ειδών από χρήσιμα (βρώσιμα, καλλωπιστικά, φαρμακευτικά και δηλητηριώδη) έως βλαβερά ζιζάνια.
Το φυτό είναι ιθαγενές της Νοτίου και Κεντρικής Αμερικής. Το ενδιαφέρον γι’ αυτό, τόσο το επιστημονικό, όσο και το διαχειριστικό, αυξήθηκε κατά τη δεκαετία του 1970, περίοδο που συμπίπτει με τη διασπορά του είδους εκτός της περιοχής φυσικής εξάπλωσής του. Οι περιοχές εισβολής του συμπεριλαμβάνουν όλες τις ηπείρους, η δε κατανομή του εκτείνεται πλέον σήμερα από τη Μεσόγειο (Αίγυπτο, Ελλάδα, Ισραήλ, Σικελία, Ισπανία, Μαρόκο), έως την Ινδία, Ζιμπάμπουε, Ν. Αφρική και Αυστραλία. Ενδεικτικό της εισβολικότητας και του επιβλαβούς του φυτού είναι ότι έχει χαρακτηρισθεί ως βλαβερό ζιζάνιο των παραγωγικών καλλιεργειών σε 21 Πολιτείες των ΗΠΑ.
 Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι το S. elaeagnifolium μειώνει την παραγωγή των αγρο-οικοσυστημάτων μέσω ανταγωνισμού για θρεπτικά. Επιπλέον, τα ακανθώδη φύλλα του φυτού, καθώς και ο σκληρός και τραχύς βλαστός του, μειώνουν την ποιότητα της χορτονομής από χωράφια που έχουν υποστεί την εισβολή του ζιζανίου. Το είδος είναι, επίσης, τοξικό και για το ζωικό κεφάλαιο. Μεγάλα ζώα που καταναλώνουν ώριμους καρπούς του φυτού σε ποσότητα ίση με 0.1% έως 0.3% του βάρους του σώματός τους, εκδηλώνουν συμπτώματα δηλητηρίασης. Πιο ανθεκτικά στις τοξίνες των καρπών του φυτού είναι τα πρόβατα, ενώ οι κατσίκες φαίνεται να μην επηρεάζονται καθόλου. Τέλος, το S. elaeagnifolium έχει βρεθεί να φιλοξενεί και να μεταδίδει ασθένειες και επιβλαβείς οργανισμούς για την παραγωγή, π.χ. ακάρεα και κολεόπτερα.
 Το S. elaeagnifolium σε πολύ μικρούς, σταθερούς στο χρόνο πληθυσμούς (δηλ. εγκλιματισμένους) δεν φαίνεται να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την αυτόχθονα χλωρίδα με καλοκαιρινή ανθοφορία. Μεγαλύτεροι, όμως, και συνεχώς επεκτεινόμενοι στο χώρο πληθυσμοί, πιθανολογούνται ως επικίνδυνοι. Οι τελευταίοι πληθυσμοί είναι ικανοί να δημιουργήσουν προβλήματα στην αυτόχθονα χλωρίδα μέσω ανταγωνισμού για πόρους (θρεπτικά, νερό, χώρος) αλλά και για επικονίαση. Μεταξύ όλων των προβλημάτων, ο ανταγωνισμός για επικονιαστές αποδείχθηκε ότι μπορεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό, μέσω του οποίου το S. elaeagnifolium φαίνεται να επιβάλλεται στους χώρους εισβολής, με αποτέλεσμα η εγκατάστασή του να είναι σχετικά εύκολη, αποτελώντας στο εξής ένα συνεχή ανταγωνιστή της αυτόχθονης χλωρίδας.
 Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης του S. elaeagnifolium ως εισβολέα είναι και ο αρχαιότερος: η εκρίζωση και καταστροφή (με φωτιά;) των φυτικών τμημάτων. Αυτό, θεωρούμε, ότι πρέπει να εφαρμόζεται είτε για την καλύτερη διαχείριση των πατατοχώραφων, είτε για τη διατήρηση της αυτόχθονης βλάστησης και των φυσικών τοπίων της περιοχής εισβολής...Για περισσότερες πληροφορίες στη διεύθυνση:
http://solanum-invasive.aegean.gr/index.php?lg=Z3I=&cg=eis
Στο Νομό Πιερίας είναι διεσπαρμένο και αυτοφύεται τόσο μέσα σε οικισμούς (Κατερίνη) όσο και σε όλην την επικράτεια του Νομού με μεγάλη εξάπλωση στους πρόποδες του Ολύμπου.

1 σχόλιο:

  1. Στις πόλεις είναι πιο ανταγωνιστικό και από την κίτρινη ξινίθρα. Το μόνο που του αρκεί είναι το έδαφος να έχει διαταραχθεί μια φορά (εξ ορισμού για παρτέρια πόλεων + χωράφια + γραμμές τραίνων κτλ) για να μπει και να κατακλύσει όλο το χώρο. Αν και δεν απειλεί άμεσα βιοτόπους ενδημικών φυτών, αποτελεί άμεση απειλή για την βιοποικιλότητα σε αγρούς και για τη γεωργία. Είναι λυπηρό ότι το βλέπω ακόμα και στα βραχάκια της Πειραϊκής να εξαπλώνεται, ένα τόσο αντίξοο περιβάλλον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή